Thursday, August 2, 2018

Ο οικολόγος οικοπεδοφάγος - Μία καλοκαιρινή ιστορία

Σήμερα λέγονται οικιστικές πυκνώσεις
Και ποιος δεν ξέρει ή δεν έχει ακούσει ιστορίες για απατεώνες που έφραζαν ένα κομμάτι γης, για να το πουλήσουν στους φρεσκοαφιχθέντες,  τότε που η Αθήνα ξεχείλιζε από το μεγάλο κύμα αστυφιλίας, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και όλη την επόμενη δεκαετία. Λέξεις του τότε συρμού ήταν τα περιφραστικά επίθετα «εκτός σχεδίου», «εντός σχεδίου», τα μονολεκτικά «άρτιο», «οικοδομήσιμο», τεχνικοί όροι όπως «ρίξιμο βάσης», «ρίξιμο θεμελίων», «λυόμενο», αλλά και ιδιότητες όπως «μεσίτης» και «οικοπεδοφάγος».

Όλα τα παραπάνω ήταν συνιστώσες μίας ευρύτερης έννοιας, μίας τάσης στην οποία επιδόθηκαν όσοι Έλληνες δεν έφυγαν να βρουν την τύχη τους στο εξωτερικό. Μπορεί όχι όλοι όσοι δεν έφυγαν, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς που έμειναν, μπήκαν στο τρενάκι της ανάπτυξης της χώρας το οποίο είχε το όνομα «Ανοικοδόμηση». Ήταν ένας κύκλος που ξεκινούσε από την δυστυχία της υπαίθρου, η οποία ωθούσε τους κατοίκους της να την εγκαταλείψουν. Όσοι μετοικούσαν στα αστικά κέντρα, έβρισκαν δουλειά στην οικοδομή, χτίζοντας τα σπίτια που θα αγόραζαν ή θα ενοικίαζαν αλλά όπως και να ήταν, θα κατοικούσαν κάποιοι άλλοι μέτοικοι. Ένας ανατροφοδοτούμενος οικονομικός κύκλος δηλαδή. Επειδή όμως πουθενά δεν υπάρχουν κλειστά συστήματα, τα οποία δηλαδή παράγουν την ενέργεια την οποία καταναλώνουν (υπάρχουν και οι τριβές μας λέει η θερμοδυναμική), η τροφοδοσία με συνάλλαγμα γινόταν από τις λίγες εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, τους μετανάστες εξωτερικού και βέβαια τους ναυτικούς. Ήταν τότε που η ελληνική ναυτιλία πρώτευε στον κόσμο αλλά όπως και τώρα, ο Έλληνας ναυτικός δεν συμμετέχει στα επινίκια. Ίσως γιατί την γιορτή την οργανώνουν σε κλειστό κύκλο οι εφοπλιστές.

Τέλος πάντων, ας επιστρέψουμε στον κύκλο της οικοδομής, που είναι και το θέμα μας (αν δεν το αντιληφθήκατε ακόμα). Το να χτίζεις δεν είναι δουλειά εύκολη. Ούτε και απλή. Η οικοδομή, σαν γνήσιο προϊόν του σύγχρονου καπιταλισμού, ενσωματώνει πολλές αξίες πριν προστεθεί και το εργολαβικό όφελος, το οποίο δεν είναι αξία αλλά ποσοστό επί των αξιών, εισπραττόμενο και συνήθως συσσωρευόμενο από τον εργολάβο. Τον στρατηγικό «επενδυτή» θα λέγαμε σήμερα. Η οικοδομή ενσωματώνει λοιπόν την αξία της γης, την αξία των υλικών, την αξία της εργασίας, την φορολογία και τις ασφαλιστικές δαπάνες πάσης φύσεως, τα κόστη της ενέργειας (καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια), τα κόστη των αστοχιών και της ανακατασκευής ή επιδιόρθωσης μερών, την αμοιβή μελέτης, την αξία της άδειας, ακόμα και το φακελάκι που ενδεχομένως θα χρειαστεί προκειμένου να λιπανθεί η οδός και να επιταχυνθούν οι διαδικασίες, μέχρι την παραλαβή του προϊόντος από τους αγοραστές. Δεν περιλαμβάνω συμβολαιογράφους, δικηγόρους, επιτόκια και κόστος δανεισμού, όπως και το ψυχολογικό κόστος που πληρώνει όποιος ζήσει την περιπέτεια αυτή από κοντά.
Η αρχή πάντα γίνεται από τη γη και το κόστος απόκτησης της, προκειμένου να ξεκινήσουν όλα. Εκεί λοιπόν είναι που αρχίζει – επιτέλους- η ιστορία μας, μετά από μία σχοινοτενή εισαγωγή, που όμως πιστεύω πως δεν πήγε τελείως χαμένη.

Η γη

Οι πιο πονηροί από τους μέτοικους, που όπως είπαμε στην εισαγωγή, ασχολήθηκαν με την ευγενή δραστηριότητα της οικοδομής, διέγνωσαν από νωρίς πως το πιο ξεκούραστο κέρδος προκύπτει από το εμπόριο της γης, αφού δίχως γη δεν υπάρχει και οικοδομή. Το πρόβλημα που πρόκυπτε ήταν το που θα έβρισκαν το εμπόρευμα με το οποίο σκόπευαν να πλουτίσουν. Επειδή οι τσιφλικάδες ανά την επικράτεια ήταν λίγοι αλλά η γη που κατείχαν ήταν πολλή, υπήρχε πρόβλημα με τις αξίες οι οποίες ρυθμίζονταν από τους τσιφλικάδες που με μία τούρκικη σφραγίδα ή μία πράξη από μοναστήρι ή την Εκκλησία, εμφανίζονταν ως κύριοι γης και αξιών. Όσο ήθελαν και αν ήθελαν, πουλούσαν. Το πράγμα έδειχνε αδιέξοδο για όποιον νόμιζε πως μπορεί να ασκήσει με επιτυχία δραστηριότητα με εμπόρευμα τα δικαιώματα κτήσης ή χρήσης  της γης. Ενώπιον του αδιεξόδου, γεννήθηκε η μεγαλοπρεπής ιδέα. Σε μία δασοσκεπή Αττική, τι νόημα έχει να μένει τόση γη αναξιοποίητη και καλυμμένη με δέντρα και θάμνους που στην τελική ούτε απέφεραν έσοδα. Τι αξία είχαν τα βελανίδια ή τα κουκουνάριια; Το ρετσίνι είχε αξία και πολλές χρήσεις αλλά πόσο ρετσίνι να μαζέψει κανείς και πόσο να διαθέσει; Ενώ η γη….)

Προϊόν της μεγαλοπρεπούς ιδέας της αξιοποίησης της γης, ήταν οι μαζικές εκχερσώσεις αρχικά και το κύριο ποσοστό των συστηματικών, ετησίων δασικών πυρκαγιών, από το 1975 και μετά. Οικόπεδα με φως, νερό, τηλέφωνο ήταν το moto της εποχής. Και εντός σχεδίου (ή υπό ένταξη). Ενός σχεδίου που υπήρχε μόνο στα λόγια που ξεστόμιζε για να διαφημίσει την πραμάτια του ο μεσίτης. Ενός σχεδίου που είχε φτιάξει ο καταπατητής, με τη βοήθεια ενός μηχανικού που από τη σφραγίδα του οποίου υπήρχε μόνο μία αχνή μπλε γραμμή πάνω στα σχέδια ή και ένα όνομα που θα μπορούσε να είναι το όνομα του οποιουδήποτε.
Αυτοί οι τύποι ήταν πρωταγωνιστές μίας εποχής. Όλοι ξέραμε πως υπάρχουν αλλά στο όνομα του νομότυπου και του καθώς πρέπει, δεν ομολογούσαν πως ήταν οι ίδιοι που έκαιγαν δάση και μετά με τη συνεργασία των υπολοίπων μελών της συμμορίας άτυπης εταιρίας, δηλαδή συμβολαιογράφων, δικηγόρων κλπ ανακάλυπταν ή εκμαίευαν  διαθήκες και δικαιώματα χρήσης, οπότε κατέληγαν στην κατάρτιση τίτλων στο όνομα του «επιχειρηματία γης». Η υπόλοιπη πορεία είναι γνωστή και ως θεωρία και ως βίωμα. Τις πόλεις που παρήχθησαν με αυτό τον τρόπο ζούμε όλοι. 

Ένας τέτοιος οικοπεδοφάγος τον οποίο γνώρισα σε πόλη της βόρειας Ελλάδας είναι η αφορμή για το σημερινό σημείωμα. Στην κουβέντα που είχαμε με αφορμή τα τραγικά περιστατικά των πυρκαγιών σε ανατολική και δυτική Αττική την περασμένη εβδομάδα. Σε ηλικία μεγάλη πια, ο δραστηριοποιούμενος στο πεδίο του real estate (πολιτικά ορθή απόδοση της λέξης οικοπεδοποίηση) κατά τη δεκαετία του 1970 και του 1980 επιχειρηματίας, με αφοπλιστική ειλικρίνεια μέχρι του βαθμού της βλακείας, ισχυριζόταν πως στα οικόπεδα που πουλούσε ο ίδιος δεν υπήρχαν πυρκαγιές γιατί είχε φροντίσει να κόψει τα δέντρα από πριν. Κατόπιν με ζώα ή με τρακτέρ, όργωνε την περιοχή. Έτσι μείωνε την πιθανότητα πυρκαγιάς!!! 

Άκουγα άφωνος τις περιγραφές της «σκληρής δουλειάς» που έριξε τότε , όπως και τις εκφράσεις που χρησιμοποιούσε για να περιγράψει την ικανοποίηση του, που η ζωή τον αντάμειψε για την σκληρή δουλειά του και την «εργατικότητα» του. Όσο μου μιλούσε, αντί να θυμώνω περίμενα να ακούσω την συνέχεια των ιστοριών του, εστιάζοντας στο πόσο οργανωμένα ήταν όλα. Πόσο καθετοποιημένα. Από τον μεσίτη και τον εργολάβο (συχνά υπήρχε ταυτοπροσωπία), τον συμβολαιογράφο, τους απαραίτητους δικηγόρους, ακόμα και τους επαγγελματίες μάρτυρες, στα δικαστήρια που δικαίωναν τους διακατόχους που έριζαν επί της ιδιοκτησίας του «ξένου αχυρώνα», δηλαδή επί της ιδιοκτησίας της δημόσιας γης.

Μαγεύτηκα, όπως μαγεύομαι με όλες τις αφηγήσεις που με ταξιδεύουν στα ήθη μίας εποχής που ενώ την έζησα δεν είχα τα μέσα να καταλάβω την κοσμογονία που λάβαινε χώρα τότε. Την γέννηση ενός κόσμου απαίσιου, που στόχο είχε το κέρδος για όλο και λιγότερους εις βάρος όλο και περισσοτέρων, εις βάρος του συνόλου. Αυτοί οι τύποι* είναι που έκαψαν και έχτισαν την Πεντέλη, έκαψαν και έχτισαν τον Υμηττό, έκαψαν και έχτισαν την Πάρνηθα. Αυτοί είναι που έφτιαξαν τα Περιβολάκια Ραφήνας και όλες τις οικιστικές πυκνώσεις που έρχονται τώρα οι Τσιρωνοφάμελοι να τους χαρίσουν (λες και είναι δικά τους χωράφια). Και σκέφτομαι. Τελικά ποιος κέρδισε; Ποιος είναι αυτός που εξασφάλισε μια καλή ζωή ευχαριστώντας τον θεό του δικαίου,  που του φέρθηκε τόσο καλά γιατί εκτίμησε την εργατικότητα του;

Ζούμε σε μία νεκρή χώρα. Ζούμε σε μία χώρα που ότι ζήσαμε, ότι μας σκοτώνει δεν κάναμε τίποτα για να το αποφύγουμε. Γιατί δεν αντιδράσαμε ποτέ στην αδικία. Μάλιστα πολλοί επωφεληθήκαμε και από αυτή την αδικία, αυτή την ανηθικότητα. Σήμερα η ανηθικότητα αυτή γίνεται κυνικά αποδεκτή από το επίσημο κράτος, με την ονομασία «οικιστικές πυκνώσεις» και εντείνεται περισσότερο με την πολεοδόμηση των τερατουργημάτων αυτών. Η κοροϊδία γίνεται ακόμα μεγαλύτερη και η ντροπή βαθύτερη, όταν μας περιγελούν με τον ίδιο κυνισμό και με αυστηρό δήθεν ύφος διαλαλούν πως θα γκρεμίσουν αυθαίρετα σε δάση και παραλίες (εκτός οικιστικών πυκνώσεων και κάποιων ακόμα περιπτώσεων).

Ο οικοπεδοφάγος της ιστορίας μας έκοβε τα δέντρα για να μην ανάβουν πυρκαγιές. Σε τι διαφέρει από τον οικολόγο υπουργό που νομιμοποιεί αυθαίρετα σε δάση (οικιστικές πυκνωσεις) για να δώσει τέλος στις στρεβλώσεις του παρελθόντος;

__________________________
*Οι τύποι αυτοί λειτουργούσαν συμπληρωματικά με τους λεγόμενους «οικοδομικούς συνεταιρισμούς». Απλά οι συνεταιρισμοί είχαν καλύτερα «μέσα»